Το άρθρο 924 ΑΚ ορίζει ότι “ο κάτοχος ζώου ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτό σε τρίτον. Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της κατοικίας ή τη διατροφή του κατόχου, αυτός δεν ευθύνεται, εάν αποδείξει, ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου”.

Ως κατοικίδια θεωρούνται εκείνα που ζουν, αναπτύσσονται, τρέφονται, αναπαράγονται υπό τη στέγη του ατόμου και με τις φροντίδες αυτού, τα οποία και είναι προορισμένα να χρησιμοποιούνται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της οικίας, τη διατροφή του κατόχου τους και τέτοια ζώα είναι μεταξύ άλλων τα σκυλιά, τα πρόβατα, οι κατσίκες.

Ως κάτοχος, θεωρείται εκείνος που έχει φυσική εξουσία επάνω στο ζώο, που έχει αναλάβει την τροφή του, που το στεγάζει και το φροντίζει και ο οποίος μπορεί να το χρησιμοποιεί και να αποκομίζει τις οποιεσδήποτε ωφέλειές του.

Ο κάτοχος, για να ευθύνεται δεν είναι απαραίτητο να έχει υπό τη φυσική του εξουσία, το ζώο αυτό, κατά το χρόνο που προξένησε τη ζημία. Ευθύνεται και όταν το ζώο βρισκόταν υπό την εξουσία υπαλλήλου του, καθώς αυτός θεωρείται αντιπρόσωπος του, εφόσον όμως χρησιμοποιούσε το ζώο σε εκτέλεση καθηκόντων που του είχε ανατεθεί. Επίσης, ο κάτοχος ευθύνεται και για τη ζημία που προξένησε το ζώο ακόμη και στην περίπτωση που διέφυγε από την κατοχή και την επίβλεψη του ιδίου ή του υπαλλήλου του.

Αναφορικά με την ευθύνη που έχει ο κάτοχος του ζώου, στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 924 ΑΚ καθιερώνεται η αντικειμενική ευθύνη του, για τη ζημία που προξένησε το ζώο στον τρίτο.  Αρκεί δηλαδή για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του, το γεγονός και μόνο ότι κατέχει το ζώο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υπαιτιότητα του κατόχου. Και αυτό γιατί ο κάτοχος που έχει τα ωφελήματα από το ζώο πρέπει να φέρει και τον κίνδυνο κάθε ζημίας που προξενείτε από αυτό. Αντίθετα, προκειμένου για κατοικίδιο ζώο, θεσπίζεται με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου η νόθος αντικειμενική ευθύνη του κατόχου ζώου, στηριζόμενη σε εικαζόμενο πταίσμα αυτού για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο κάτοχος μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του αν επικαλεστεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Έτσι, στην περίπτωση του άρθρου 924 παρ. 2 ΑΚ, ο κάτοχος του ζώου που προκάλεσε την ζημία σε τρίτον, για να απαλλαγεί της ευθύνης του προς αποζημίωση, ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει: α) ότι δεν παραμέλησε υπαίτια την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ότι ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η ζημία θα προκαλούνταν και αν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου. Επίσης η ευθύνη του κατόχου μπορεί να μετριασθεί ή και να παύσει τελείως εάν, υπάρχει συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος. Ο ισχυρισμός, όμως, ότι το ζώο είναι μικρής ηλικίας, πράγμα που δεν επιτρέπει το δέσιμό του δεν απαλλάσσει τον κάτοχο από την ευθύνη του, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να ασκεί άλλου είδους εποπτεία και φύλαξη.

Όσον αφορά την ευθύνη για την περισυλλογή των αδέσποτων ζώων αρμόδιοι είναι οι δήμοι και οι κοινότητες. Η περισυλλογή μπορεί να πραγματοποιείται και από ζωοφιλικά σωματεία, εφόσον διαθέτουν την απαραίτητη υποδομή, σε συνεργασία με τον αρμόδιο δήμο ή την κοινότητα. Οι δήμοι και οι κοινότητες συγκροτούν τα συνεργεία περισυλλογής από άτομα τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη εκπαίδευση και εμπειρία σε θέματα που αφορούν στην αιχμαλωσία των ζώων και κατέχουν τις τεχνικές χειρισμού τους.  Αντίθετα οι εταιρίες που εκμεταλλεύονται και φυλάσσουν αυτοκινητόδρομους δεν έχουν από το νόμο υποχρέωση να συλλέγουν τα αδέσποτα ζώα, ακόμη και αν αυτά εισέλθουν στον αυτοκινητόδρομο, καθόσον δε διαθέτουν εκπαιδευμένο προσωπικό για τη σύλληψή τους ούτε χώρο για τη φύλαξή τους.